Suffragettes -Σουφραζέτες: Οι Γυναίκες που άλλαξαν τον κόσμο (19ος-20ος αιώνας – Βρετανία)

You are currently viewing Suffragettes -Σουφραζέτες: Οι Γυναίκες που άλλαξαν τον κόσμο (19ος-20ος αιώνας – Βρετανία)

For english press here

Σήμερα ίσως φαίνεται απολύτως φυσιολογικό το δικαίωμα ψήφου ή μία θέση εργασίας ή ακόμα συμμετοχή στην πολιτική, όμως στο κοντινό παρελθόν, και συγκεκριμένα τον 19ο αιώνα, ο γυναικείος πληθυσμός αγνοούνταν σε σχεδόν κάθε έκφραση συμμετοχής στα κοινά. Η θέση της γυναίκας στις χώρες της Δύσης, στις χώρες του υψηλού πολιτισμού και όχι μόνο, ήταν στο σπίτι, στην φροντίδα των παιδιών και του συζύγου της. Η ψήφος για τις γυναίκες δεν αποτελούσε επιλογή, καθώς πιστεύονταν ότι μπορούσαν οι σύζυγοί τους να το κάνουν γι’ αυτές. Πώς άλλωστε είναι δυνατόν να παρέμενε μία γυναίκα στον γάμο της, εάν δεν πρέσβευε τις ίδιες απόψεις με τον άνδρα της; Η έκρηξη της Βιομηχανικής Επανάστασης, άνοιξε θέσεις εργασίας στα εργοστάσια και για τις γυναίκες, κάτι που τις έκανε να έχουν έναν έστω και πενιχρό λόγο για την ζωή τους. Η παρούσα έρευνα είναι αφιερωμένη σε αυτές τις γυναίκες που αποφάσισαν αλλιώς, που έκαναν ένα τολμηρό βήμα μπροστά, που αντιστάθηκαν στο κατεστημένο που ίσχυε επί αιώνες και διαμόρφωσαν αυτό το μέλλον που ξέρουμε σήμερα για την γυναικεία θέση. 

Η Βρετανία τον 19ο αιώνα

Ο 19ος αιώνας για την Βρετανία υπήρξε μία περίοδος γενικών ανακατατάξεων. Η έξαψη της αποικιοκρατίας, η εξάπλωση της αυτοκρατορίας, η απειλή της Γερμανίας ακόμη και η πορεία της βιομηχανικής επανάστασης ήταν κάποια από τα γεγονότα που είχαν συνταράξει το κοινό μυαλό της Βρετανίας. Παρ’ όλα αυτά κανένα από τα προαναφερθέντα δεν αναστάτωσε τόσο τον ανδρικό πληθυσμό όσο τα πρώτα κινήματα για τα δικαιώματα των γυναικών. Η Βικτωριανή περίοδος του 19ου αιώνα χαρακτηρίστηκε από πάμπολλα κινήματα, προσπάθειες, συλλαλητήρια και αγώνες για την διεκδίκηση των βασικών δικαιωμάτων των γυναικών τα οποία συσπειρώθηκαν στην ουσία των Ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η Βικτώρια αποκάλεσε αυτή τη προσπάθεια “Το Ζήτημα των Γυναικών” (The Woman Question) (Brigitte Remy – Hebert). Το ζήτημα στο οποίο αναφερόταν η βασίλισσα περιβάλλονταν από ομαδικές συζητήσεις σχετικά με τη φύση, την πολιτική ικανότητα, τον ηθικό χαρακτήρα και τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία. Η μεγαλύτερη απήχηση των κινημάτων εμφανίζονταν σε περιόδους συλλογικής σύγχυσης για την χώρα, όπως την περίοδο της Επανάστασης του 1848, την αναστάτωση των βιομηχανικών αλλαγών με τις απεργίες και τα δικαιώματα των εργαζομένων στα εργοστάσια και με την άνοδο της αυτοκρατορίας της Αγγλίας κατά τα τέλη του 19ου αιώνα. 

Οι Σουφραζέτες και ο προγενέστερος Φεμινισμός

Το κίνημα για το δικαίωμα της ψήφου ξεκίνησε από τις λεγόμενες “Σουφραζέτες”. Είναι σημαντικό να γίνει αντιληπτή η διαφοροποίηση των Φεμινιστριών και των Σουφραζετών. Ο όρος “Suffragettes” προέρχεται από την λατινική λέξη “Suffragium” που σήμαινε το δικαίωμα ή το προνόμιο της ψήφου στην Αρχαία Ρώμη. Ο όρος σήμερα έχει ταυτιστεί με τις Σουφραζέτες, οι οποίες οφείλουν το όνομά τους στον υποτιμητικό χλευασμό της Daily Mail που τις αποκαλούσε “Suffragettes”. Υπάρχει και ο όρος “Suffragist” που δηλώνει σε γενική ομολογία τους υποστηρικτές, οποιουδήποτε φύλου, του δικαιώματος της ψήφου. Στην Βρετανία του 19ου αιώνα ο όρος αυτός συνδέθηκε με το πολιτικό κίνημα “Women’s Social and Political Union” (Κοινωνική και Πολιτική Ένωση Γυναικών). 

Η γενικότερη ιδεολογία του κινήματος των Σουφραζετών έχει τις βάσεις της στην πολιτική φιλοσοφία του Διαφωτισμού και στην Φιλελεύθερη Θεωρία του 19ου αιώνα που αντιτίθονταν στον καπιταλισμό του laissez-faire. Πηγή έμπνευσης αποτέλεσαν δύο εξέχοντα πρόσωπα που διαμόρφωσαν εκ νέου την πορεία της ισότητας. Η Mary Wollstonecraft (1759 – 1797) και ο John Stuart Mill (1806 – 1876). H Wollstonecraft έχει μείνει στην ιστορία ως η “Μητέρα του Φεμινισμού” και αυτό γιατί η συμβολή της μέσω της συγγραφής για την πορεία της θέσης της γυναίκας υπήρξε καθοριστική τις επόμενες δεκαετίες. Κατά την διάρκεια του Διαφωτισμού στην Αγγλία αλλά και στην Γαλλία συζητούνταν τα “Δικαιώματα του Ανθρώπου” τα οποία θεμελιώθηκαν σε μία πρώτη φάση με την Γαλλική Επανάσταση. Η Wollstonecraft ταυτίστηκε με τους γάλλους επαναστάτες του 1789, καθώς πρότεινε να εφαρμοστούν οι ιδέες του Διαφωτισμού στις γυναίκες. Το αριστουργηματικό έργο της “Δικαίωση των δικαιωμάτων των Γυναικών” (Vindications of the Rights of Women) αποτελεί το αντίστοιχο Μανιφέστο του Φεμινισμού, το οποίο ολοκληρώθηκε το 1792 σε απάντηση του Charles Maurice de Talleyrand-Périgord (Brigitte Remy-Hebert), υπουργού εξωτερικών του Βασιλείου της Γαλλίας, ο οποίος είχε αποκλείσει τις Γαλλίδες γυναίκες από τα πολιτικά δικαιώματα του λαού της Γαλλίας. Στα μάτια της Wollstonecraft οι γυναίκες αποτελούσαν λογικά πλάσματα που δεν ήταν λιγότερο ικανές στην πνευματική και πολιτική ανέλιξη από ότι οι άνδρες. Προάσπιζε την ισότητα των δύο φύλων και όχι την ανωτερότητα των γυναικών έναντι των ανδρών. Απευθύνονταν στον πληθυσμό των γυναικών που δεν ήταν επί της ουσίας ανήμπορες, γοητευτικές και ανόητες, όπως παρουσιάζονταν από μία πλειοψηφική μερίδα του πληθυσμού. Το έργο της αποτελεί μία σιωπηρή διαμαρτυρία κατά της υποταγής των γυναικών από τις υποτιθέμενες “φυσικές” ιεραρχίες των κοινωνιών που ακρογωνιαίο λίθο έθετε την εκπαίδευση. Σύμφωνα με τα ιδεώδη του Διαφωτισμού, η Wollstonecraft θεωρούσε ως κλειδί για την επίτευξη του αυτοσεβασμού και της ισότητας την εκπαίδευση των γυναικών, ούτως ώστε να μπορούν να στηριχτούν στις δικές τους πνευματικές και σωματικές δυνάμεις για το μέλλον των ίδιων, αλλά και των παιδιών και συζύγων τους. Τα ιδεώδη που προάσπισε και εθεσε η Wollstonecraft ουσιαστικά συμπυκνώνουν όλη την φιλοσοφία του Φεμινισμού που εισακούστηκαν έναν αιώνα μετά, όταν τις διεκπεραίωσαν οι Σουφραζέτες. 

Ο John Stuart Mill αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ανδρικές προσωπικότητες που έπαιξαν ρόλο στην πορεία του φεμινιστικού και μετέπειτα Σουφραζετικού κινήματος. Όταν στην Βρετανία του 19ου αιώνα άρχισαν να κυκλοφορούν τα πρώτα φυλλάδια υπέρ της χειραφέτησης των γυναικών από τους άνδρες, ο John Stuart Mill δημοσίευσε το βιβλίο “Η Υποταγή των Γυναικών” (The Subjection of Women), το 1869. Με βασικά σημεία του βιβλίου την υποτέλεια και την δουλεία, ο Mill γενίκευσε το θέμα της χειραφέτησης μέσω της άβουλης και ελεγχόμενης επιλογής αποφάσεων των ανθρώπων. Προάσπιζε ότι κάθε ξεχωριστό ον, είτε αυτό ονομάζεται άνδρας είτε αυτό ονομάζεται γυναίκα, έπρεπε να αποφασίζει μόνο του για την δική του ακεραιότητα και ασφάλεια. Κανένας δεν θα έπρεπε να είναι ομόλογος κανενός και το κράτος, ή καλύτερα, το νεοσύστατο έθνος θα έπρεπε να υποστηρίζει τους πολίτες ακόμα και να τους ενθαρρύνει στο να προβούν στις δικές τους αποφάσεις. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο Mill δικαιολόγησε και το δικαίωμα στην ψήφο των γυναικών.

Και η Mary Wollstonecraft αλλά και ο John Stuart Mill, αν και έχουν χρονολογική μεγάλη διαφορά, διαμόρφωσαν το πλαίσιο για μία από τις σημαντικότερες κοινωνικές αλλαγές στα μεγάλα έθνη της Ευρώπης. Μοιράζονταν μία θεμελιώδη θεωρητική παραδοχή: Τις ανθρώπινες ιδιότητες των ανδρών και των γυναικών και την συνακόλουθη κοινωνική αδικία που συνεπάγεται η άνιση μεταχείρησή τους.(Brigitte Remy-Hebert)

Το “Βασιλικό Στερεότυπο”

Ο 19ος αιώνας στην Βρετανία συνδέθηκε στενά με την περίοδο βασιλείας της Βικτώριας, μία από τις πιο γνωστές βασίλισσες της Αγγλίας, στην βασιλεία της οποίας συνέβησαν οι πιο μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές για την Βρετανία. Όσον αφορά τις γυναίκες, η περίοδος αυτή είχε χαρακτηριστεί ως η “Οικιακή Εποχή”, η οποία ενσαρκώθηκε από την ίδια την Βικτώρια που είχε φτάσει στο σημείο να αντιπροσωπεύει το κλασικό είδος θηλυκότητας με επίκεντρο την οικογένεια και την μητρότητα (Brigitte Remy-Hebert). Της είχε δοθεί το προσωνύμιο “Angel of the House” και αυτό γιατί παρουσιάζονταν αφοσιωμένη στον σύζυγό της και υποταγμένη σε αυτόν. Το πρότυπο της γυναίκας την εποχή της Βικτώριας επομένως, περιβάλλονταν γύρω από την πραότητα, την χάρη, την γοητεία, την αφέλεια και την παθητικότητα. Ιδίως με την στροφή των ζητημάτων στην εργασία των γυναικών της μεσαίας τάξης, δημιουργήθηκε μία “ξεχωριστή σφαίρα” ιδεολογίας η οποία προάσπιζε ότι η θέση μίας αξιοσέβαστης γυναίκας ήταν αποκλειστικά στο σπίτι, παρέχοντας φροντίδα στον άνδρα και τα παιδιά της. Η ιδεολογία αυτή ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο και από την θρησκεία η οποία πρέσβευε ότι η “ανωτερότητα των γυναικών” φαίνεται αλλά και ταιριάζει καλύτερα στο σπίτι. Έτσι, αρμόδιες για την γονιμότητα και την φροντίδα των παιδιών, η γυναίκα ως υποτελές πολιτικό ον εξασφάλιζε αυτό που ο ίδιος ο Θεός είχε στείλει στους ανθρώπους: την γονιμότητα. Γι’ αυτόν τον λόγο η Βικτώρια έκανε 10 παιδιά. Η στερεοτυπική αυτή προπαγάνδα από το ίδιο το στέμμα και την εκκλησία δεν θα διαρκέσει για πολύ, παρά μόνο λίγες δεκαετίες, όταν διαλυθεί εκ θεμελίων από τα ανερχόμενα κινήματα.

“Η Βασίλισα Βικτώρια και ο Βασιλιάς Αλβέρτος στο Κάστρο Windsor στο Berkshire”, πίνακας του Edwin Henry Landseer, 1840

 

Η Αρχή του Τέλους…

Το έτος 1865 μία μικρή ομάδα γυναικών συσπειρώθηκαν γύρω από την οργάνωση “Kensington Society”, μέσα στην οποία συζητούνταν ζητήματα που αφορούσαν την θέση της γυναίκας στην κοινωνία. Τα μέλη της οργάνωσης ήταν κατά κύριο λόγο ανύπαντρες γυναίκες, με προσδοκίες στην εκπαίδευση και στην ιατρική (John Simkin, 1997). Το 1865 στο επίκεντρο των συζητήσεων ήταν ο μεταρρυθμιστικός νόμος του 1867. Το ερώτημα που προσπαθούσαν να απαντήσουν ήταν “Είναι επιθυμητή η επέκταση του κοινοβουλευτικού εκλογικού δικαιώματος στις γυναίκες, και αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις;” (John Simkin, 1997). Η Barbara Bodichon και η Helen Taylor έγραψαν μία ενδελεχή αναφορά που βασιζόταν στο δικαίωμα των γυναικών για την ψήφο στις βουλευτικές εκλογές. Η αναφορά αυτή έφτασε στα χέρια των Henry Fawcett και John Stuart Mill, δύο από τους υπέρμαχους των δικαιωμάτων των γυναικών. Ο Mill πρόσθεσε μία τροπολογία στον μεταρρυθμιστικό νόμο του 1867 που έδινε στις γυναίκες ίσα πολιτικά δικαιώματα με τους άνδρες. Η τροπολογία αναστάτωσε το Κοινοβούλιο τόσο που ο Edward Kent Kerslake, ένας συντηρητικός βουλευτής, δήλωσε ανοιχτά στην Βουλή των Κοινοτήτων ότι ο κύριος λόγος που αντιτίθεται στην τροπολογία του Mill ήταν επειδή δεν είχε συναντήσει καμία γυναίκα στο Essex που να συμφωνεί με το δικαίωμα ψήφου των γυναικών. Η Lydia Becker, η Helen Taylor και η Frances Power Cobbe αποφάσισαν να συλλέξουν υπογραφές στο Colchester που θα φανέρωνε αν όντως ισχύει ή όχι η άποψη του Kerslake. Οι γυναίκες αυτές συνέλλεξαν 129 υπογραφές από γυναίκες που ήταν πρόθυμες να υπογράψουν υπέρ και το παρέδωσαν στο Κοινοβούλιο. Παρά την απόδειξη των υπογραφών ο νόμος απορρίφθηκε με 196 ψήφους έναντι 73. (John Simkin, 1997).

Η άδικη αυτή αντιμετώπιση και δυσχερής κατάσταση οδήγησε στην ίδρυση της “London Society for Women’s Suffrage” (LSWS), to 1867, την πρώτη οργανωμένη εταιρία των Σουφραζετών. Ηγούνταν ο John Stuart Mill με ιδρυτικά μέλη τις Helen Taylor, Frances Power Cobbe, Lydia Becker, Millicent Fawcett, Barbara Bodichon, Jessie Boucherett, Emily Davies, Francis Mary Buss, Dorothea Beale, Anne Clough, Lilias Ashworth Hallett, Louisa Smith, Alice Westlake, Katherine Hare, Harriet Cook, Catherine Winkworth, Kate Amberley, Elizabeth Garrett, Priscilla Bright McLaren και Margaret Bright Lucas (John Simkin, 1997).

To 1868 τυπώθηκαν τα πρώτα φυλλάδια της LSWS με πρωτοσέλιδο το άρθρο της Hariet Taylor που τιτλοφορούσε “The Enfranchisement of Women”. Κατά την δεκαετία του 1870 πραγματοποιήθηκαν αρκετές συναντήσεις και δημόσιες ομιλίες στους κεντρικούς δρόμους των πόλεων της Αγγλίας με πυρήνα την διεκδίκηση των γυναικών για την ψήφο. Η γενική απογοήτευση όμως ήρθε όταν καμία από αυτές τις δράσεις δεν είχε ανταπόδοση, κάτι που οδήγησε στην καταλητική βολή που εκφράστηκε μέσω της μαχητικότητας και της οξυδερκούς τόλμης των επόμενων γενεών. 

Λίγα χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 1903 η Emmeline Pankhursh και οι κόρες της, Christabel και Sylvia, δημιούργησαν την “Women’s Social and Political Union” (WSPU). Η περίοδος αυτή, ιδιαιτέρως για το Μάντσεστερ, εκεί όπου γεννήθηκε η εταιρία, ήταν καθοριστικής σημασίας, μιας και είχε οξυνθεί η συνδικαλιστική και σοσιαλιστική ανααστάτωση των εργατών. Η WSPU επικέντρωσε τις δραστηριότητές της στην υποστήριξη της ψήφου για τις γυναίκες εντός της ιδεολογίας των εργατών. Επιθυμώντας άμεσα την αλλαγή και την αγρύπνηση, οι Σουφραζέτες ξεκίνησαν μία βίαιη προσέγγιση που ονομάστηκε “Arson Campaign”. Από το 1909 και μετά εξαπλώθηκε η βία, οι πυρπολήσεις εκκλησιών, περιπτέρων, μαγαζιών και γραμματοκιβωτίων. Γρήγορα η πρακτική αυτή εξελίχθηκε σε εξέγερση. Μέσα σε μόλις 18 μήνες, περιουσίες αξίας μεγαλύτερης των 500.000 λιρών καταστράφηκαν. Το σημαντικότερο γεγονός αυτής της προσέγγισης ήρθε το 1913 όταν η Emily Wilding Davidson εισέβαλε στον ιππόδρομο, άρπαξε τα χαλινάρια του αλόγου του Βασιλιά στην προσπάθειά της να σταματήσει την κούρσα και πέθανε ακαριαία από αλλεπάλληλους τραυματισμούς. Η Emily θρηνείται ως η πρώτη μάρτυρας Σουφραζέτα στην ιστορία της γυναικείας διεκδίκησης. (Brigitte Remy-Hebert). 

Μία συνάντηση του WSPU (από τα αριστερά προς τα δεξιά: Christabel Pankhurst, Jessie Kenney, Nellie Martel, Emmeline Pankhurst και Charlotte Despard)

 

Η συλλογική γυναικεία απογοήτευση σε συνδυασμό με τις πάμπολλες μορφές βίας που παρουσιάστηκαν οδήγησε στην αντίδραση της αστυνομίας και των σωφρονιστικών υπαλλήλων. Πολλές γυναίκες φυλακίστηκαν με την δικαιολογία της ανυπακοής από τους αστυνομικούς, οι οποίοι αντιμετώπιζαν καθημερινά πολλές γυναίκες που έκαναν απεργία πείνας για αρκετές μέρες. Λόγω του γεγονότος, και επειδή οι φυλακισμένες γυναίκες ήταν πολλές, η κυβέρνηση αποφάσισε εξαναγκαστικό νόμο σίτησης που ονομάστηκε “Cat and Mouse Act” σύμφωνα με τον οποίο επιτρέπονταν η απελευθέρωση των κρατούμενων που είχαν αποδυναμωθεί από την απεργία πείνας, αλλά στην συνέχεια επέτρεπε την εκ νέου σύλληψή τους, όταν ανακτούσαν τις δυνάμεις τους. Τα γεγονότα αυτά έφεραν τις Σουφραζέτες στο επίκεντρο της δημόσιας προσοχής, τα οποία τερματίστηκαν όταν η χώρα μπήκε στην τροχιά του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Το 1918, το έτος που τερματίστηκε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, και αφού τέσσερα έτη οι γυναίκες είχαν συμβάλλει στην εργασία για πολεμοφόδια, ιατρική φροντίδα για τους πεσόντες και ψυχολογική υποστήριξη για τα παιδιά που άφησαν πίσω τους οι στρατιώτες, υπήρξε το πρώτο στην ιστορία της Αγγλίας που οι γυναίκες μπορούσαν να συμμετέχουν στις εκλογές. Έναν χρόνο νωρίτερα Η Βουλή των Κοινοτήτων αποδέχθηκε την ρήτρα για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών στο νομοσχέδιο για την εκπροσώπευση του λαού με 385 ψήφους υπέρ και 55 κατά. Γυναίκες εγγεγραμμένες στα μητρώα της τοπικής αυτοδιοίκησης και άνω των τριάντα ετών απέκτησαν το δικαίωμα ψήφου. Στις εκλογές του επόμενου έτους ψήφισαν 8,5 εκατομμύρια γυναίκες. Το δικαίωμα παρ’ όλα αυτά που παραχωρήθηκε στις γυναίκες ήταν ακόμα περιορισμένο και γι’ αυτό η επόμενη δεκαετία αποτελεί τον αλλεπάλληλο αγώνα για την διεκδίκηση της καθολικής ψηφοφορίας και εν τέλει των ίσων πολιτικών δικαιωμάτων. Το 1928 αποτελεί για τον γυναικείο πληθυσμό της Αγγλίας, ένα έτος δικαίωσης καθώς το Συντηρητικό Κόμμα με την εξίσωση των άλλων δύο κομμάτων προέβησε στον νόμο για το καθολικό δικαίωμα ψήφου. Με τη νομοθεσία αυτή οι γυναίκες στη Βρετανία είχαν επιτέλους ίσα πολιτικά δικαιώματα με τους άνδρες. (Rita Kennedy)

Η μαχητικότητα των γυναικών του 19ου και του πρώιμου 20ου αιώνα συνέβαλε στην αλλαγή της σελίδας της ιστορίας των γυναικών. Οι εταιρίες, οι διαδηλώσεις και οι βανδαλισμοί που ακολούθησαν το 1905 αποτελούσαν ως επί των πλείστων τον κύριο συμβολισμό που οδηγούσε προς το μονοπάτι της ισότητας. Η ιδεολογία που ενσαρκώθηκε από τις Σουφραζέτες επηρέασε τον τρόπο με τον οποίον οι φεμινίστριες που δραστηροποιούνταν στο κίνημα της ψήφου αντιλαμβάνονταν τους εαυτούς τους. Η εσωτερίκευση των πτυχών ης κυρίαρχης ιδεολογίας σχετικά με την φύση της θηλυκότητας από τις ίδιες τις φεμινίστριες και η συνειδητοποίηση της σημασίας που είχε να μην παραβιάζουν αυτά τα πρότυπα έκαναν την αντίθεση στον φεμινισμό τόσο λεπτή όσο και αποτελεσματική. Οι φεμινίστριες που με το ντύσιμό τους ή τον τρόπο συμπεριφοράς τους παραβίαζαν τις πολιτισμικές νόρμες της θηλυκότητας δέχονταν επίθεση με όρους του έμφυλου εαυτού τους. Η υιοθέτηση μαχητικών τακτικών από ένα αυξανόμενο τμήμα του κινήματος για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών μετά το 1905 ανάγκασε την κυβέρνηση να λάβει σοβαρά υπόψη της το δικαίωμα ψήφου των γυναικών, αλλά και να βρει τους κατάλληλους τρόπους τιμωρίας για την παράνομη δραστηριότητα των “άγριων γυναικών”. Η σύλληψη και η φυλάκιση ευκρινών γυναικών της μεσαίας τάξης δημιούργησε πρωτοφανή προβλήματα για τους φορείς του κοινωνικού ελέγχου, πολλά από τα οποία επικεντρώνονταν στις επικρατούσες αντιλήψεις σχετικά με την παθητική και γυναικεία φύση των γυναικών. Οι ίδιες οι γυναίκες υπέστησαν σωματικές και ψυχολογικές ταπεινώσεις και στερήσεις που εν μέρει ήταν επίσης συνάρτηση της επικρατούσας ιδεολογίας. Η μαχητικότητα αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα για τη χορήγηση της ψήφου στις γυναίκες μετά το 1918, αλλά είναι λιγότερο βέβαιο ότι η μαχητικότητα αντιπροσώπευε μια πραγματική πρόκληση για τον ιδεολογικό και κοινωνικό έλεγχο. Όλοι οι περιορισμοί της θηλυκότητας ως ιδεολογικά ελεγχόμενης κατηγορίας φύλου εξακολουθούν να υφίστανται, αν και το συγκεκριμένο περιεχόμενο μπορεί να διαφέρει από τις αντιλήψεις περί θηλυκότητας που επικρατούσαν στις αρχές του αιώνα. Οι φεμινίστριες σήμερα εξακολουθούν να βαδίζουν στη λεπτή γραμμή μεταξύ της ενεργού συμμετοχής τους στην αλλαγή στοιχείων της δομικής θέσης των γυναικών και της συνέχισης της εκπλήρωσης των πολιτισμικών κανόνων της γυναικείας ιδιότητας. (Rosamund Billington, 2018).

 

 

ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Creative Commons License
This work is licensed under a Creative Commons Attribution-NonCommercial-ShareAlike 4.0 International License.

Views: 430

Αφήστε μια απάντηση